διανύω

διανύω
μετ.
1) пробегать, проходить, покрывать (расстояние); 2) кончать, завершать; διήνυσε τον βίον του εν πενία он прожил свою жизнь в бедности

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "διανύω" в других словарях:

  • διανύω — διανύω, διάνυσα και διήνυσα βλ. πίν. 5 Σημειώσεις: διανύω : σχηματίζεται από την πρόθ. διά + ανύω, γι αυτό είναι λάθος ο τύπος του αορίστου διένυσα που συναντάμε μερικές φορές. Ο λόγιος τύπος του αορίστου είναι διήνυσα …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διανύω — bring quite to an end pres subj act 1st sg διανύω bring quite to an end pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανύω — (Α διανύω και διανύτω) [ανύω] 1. περατώνω, τελειώνω, συμπληρώνω 2. κατορθώνω, επιτελώ 3. διαπερνώ, διατρέχω και φθάνω στο τέρμα 4. περνώ, διατρέχω χρονικό διάστημα («διανύει το 35ο έτος τής ηλικίας του») αρχ. σταματώ να κάνω κάτι …   Dictionary of Greek

  • διανύω — διένυσα, διατρέχω μια απόσταση από τη μια άκρη στην άλλη, περνώ, εξελίσσομαι σε ορισμένο χρονικό διάστημα: Διανύω την καλύτερη περίοδο της ζωής μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διανύσατε — διανύω bring quite to an end aor imperat act 2nd pl (attic) διᾱνύσατε , διανύω bring quite to an end aor ind act 2nd pl (attic doric aeolic) διᾱνύσατε , διανύω bring quite to an end aor ind act 2nd pl (doric aeolic) διανύω bring quite to an end …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανύσουσι — διανύω bring quite to an end aor subj act 3rd pl (attic epic) διανύω bring quite to an end fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διανύω bring quite to an end fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανύσουσιν — διανύω bring quite to an end aor subj act 3rd pl (attic epic) διανύω bring quite to an end fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διανύω bring quite to an end fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανύτῃ — διανύω bring quite to an end pres subj mp 2nd sg (attic) διανύω bring quite to an end pres ind mp 2nd sg (attic doric aeolic) διανύω bring quite to an end pres subj act 3rd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανύῃ — διανύω bring quite to an end pres subj mp 2nd sg διανύω bring quite to an end pres ind mp 2nd sg διανύω bring quite to an end pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηνυσμένα — διανύω bring quite to an end perf part mp neut nom/voc/acc pl διηνυσμένᾱ , διανύω bring quite to an end perf part mp fem nom/voc/acc dual διηνυσμένᾱ , διανύω bring quite to an end perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανυσθησόμενον — διανύω bring quite to an end fut part pass masc acc sg διανύω bring quite to an end fut part pass neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»